Προγραμματα

Σε συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας «Ιδρύματος Γουλανδρή», πραγματοποιήθηκε έρευνα πάνω στην πανίδα του νησιού. Υπεύθυνος του προγράμματος ήταν ο κ. Αχιλλέας Δημητρόπουλος, που επί τρία χρόνια και για τέσσερις εποχές το χρόνο, σε συνεργασία με τους βιολόγους Μαρία Δημάκη, Γιάννη Ιωαννίδη και Ιγκόρ Σογκόλεφ, επισκέπτονταν τη Σάμο και μελέτησαν την πανίδα της.
Τα πορίσματα της έρευνας περιέχονται στο 2ο τόμο των ΣΑΜΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ. Αναλυτική και πιο εκλαϊκευμένη παρουσίαση της εργασίας των βιολόγων, γίνεται στην έκδοση του βιβλίου «Ζώα της Σάμου».

Υπεύθυνοι του προγράμματος ήταν οι κ.κ. Μιχάλης Γ. Μερακλής, καθηγητής Λαογραφίας του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Μανόλης Βαρβούνης. Με τη συνεργασία φοιτητών του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης έγινε σχετική έρευνα και εντοπίστηκαν ανέκδοτα και αδημοσίευτα σαμιώτικα παραμύθια, χειρόγραφα πρωτογενούς λαογραφικού υλικού, στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, στο Σπουδαστήριο Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Λαογραφικό Φροντιστήριο Γ.Α. Μέγα, στην Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, στο Κέντρο Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας.
Τα κείμενα των παραμυθιών, που αποτελούν το κύριο μέρος της δημοσίευσης, έχουν καταταχθεί κατά το διεθνές σύστημα Aarne – Thompson και έχουν γραφτεί τα συνοδευτικά κείμενα.
Τα πορίσματα της έρευνας περιλαμβάνονται στο τρίτομο έργο «Τα παραμύθια της Σάμου» το οποίο αναδεικνύει την πολιτιστική παράδοση του νησιού μας, διασώζουν τον πλούτο της λαϊκής αφήγησης των κατοίκων του και ταυτοχρόνως συμβάλλουν στη συνέχιση αυτής της παράδοσης, καθώς θα διαβάζονται από τους φυσικούς αποδέκτες των παραμυθιών, τα παιδιά.

Η έρευνα σχετικά με το ιστοριογραφικό πρόβλημα της ερήμωσης της Σάμου ξεκίνησε από το 1994. Το Ίδρυμα χρηματοδότησε την αποστολή της ερευνήτριας και διδάκτορος της οθωμανικής ιστορίας, κ. Ευαγγελίας Μπαλτά, στην  Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα για να διερευνήσει τα οθωμανικά κατάστιχα, έρευνα η οποία τελείωσε μέσα στο 1996. Τα ευρήματά της έχουν παραδοθεί στο Ίδρυμα και μέρος τους έχει δημοσιευθεί στον 3ο τόμο των ΣΑΜΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ. Για την ολοκλήρωση της ερευνητικής προσπάθειας ως προς τη γνώση της ιστορίας της Σάμου την εποχή της σιωπής, κρίθηκε απαραίτητη η συνέχιση του προγράμματος και το 1999 για τον περαιτέρω εντοπισμό οθωμανικού αρχειακού υλικού. Στη συνέχεια η ερευνήτρια επισκέφθηκε το νησί τον Οκτώβριο του 2002, για την μελέτη των Οθωμανικών εγγράφων που βρίσκονται στα Γ.Α.Κ. Σάμου.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1995 από ομάδα επιστημόνων (Ελλήνων και Άγγλων), με την εποπτεία του καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Α. Μπαρτζιώκα. Τα πορίσματα της ομάδας δημοσιεύθηκαν σε αγγλικό επιστημονικό περιοδικό.

Η έρευνα άρχισε το καλοκαίρι του 1995. Καταγράφηκαν ενενήντα ξυλόγλυπτα τέμπλα καθώς και πολλές επιγραφές, στα ίδια τα τέμπλα ή στις εικόνες που βρίσκονται πάνω τους. Η δημοσίευση συμπεριλαμβάνεται στο 2ο & 3ο τόμο των Σαμιακών Μελετών. Ευκαιριακά έγινε και καταγραφή πολλών εκκλησιαστικών επιγραφών ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον υπεύθυνο του προγράμματος, καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Μαν. Βαρβούνη, να αρχίσει τη σύνταξη ενός συνόλου εκκλησιαστικών επιγραφών, που δημοσιεύτηκαν στον 4ο και 5ο τόμο των Σαμιακών Μελετών.

Το Π.Ι.Σ.Ν.Δ συνεχίσε και ολοκλήρωσε τις ανασκαφές της Παλαιοχριστιανικής Εκκλησίας στην περιοχή «Τρία Δόντια» Πυθαγορείου, που είχε αρχίσει παλαιότερα με χρηματοδότηση της «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗΣ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε.». Σκοπός ήταν η μελέτη των ευρημάτων στο σύνολο του διαχρονικού, από ομάδα αρχαιολόγων υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου κ.. Κων/νου Τσάκου. Συμμετείχαν οι αρχαιολόγοι Βασιλική Γιαννούλη των Κλασσικών Αρχαιοτήτων και η Ευγενία Γερούση των Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Τα πορίσματα της έρευνας σχετικά με τη μελέτη των ψηφιδωτών και τα σχέδια πρότασης αναπαράστασης του ναού, βρίσκονται στο αρχείο του Πνευματικού Ιδρύματος Σάμου «Νικ. Δημητρίου».

Με χρηματοδότηση από πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΠΡΕΝΕΔ) προς το Δημοκρίτειο Παν/μιο Θράκης και τη συμμετοχή του Ιδρύματός, προγραμματίστηκε και ολοκληρώθηκε σε συνεργασία με τους Μανόλη Βαρβούνη και Στάθη Κεκρίδη, η έρευνα για τα Αγειορίτικα μετόχια της Σάμου. Η διάρκειά του παραπάνω προγράμματος ήταν τετραετής. Η εργασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση του βιβλίου «Αγιορείτικα Μετόχια στη Σάμο», (εκδόσεις Κυριακίδη 1999).

Με μερική χρηματοδότηση από το πρόγραμμα Leader II της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ίδρυμα ανέλαβε τη συγγραφή βιβλίου με θέμα Αμπέλι – Κρασί στη Σάμο, το οποίο εξέδωσε με τίτλο «Σάμος, η κυρά των αμπελιών».

Σε συνεργασία με το Κέντρο Νεότερης Κεραμικής του Ιδρύματος Ψαροπούλου, έγινε καταγραφή των αγγειοπλαστείων και των κέντρων αγγειοπλαστικής που αναπτύχθηκαν στη Σάμο κατά τα νεότερα χρόνια.
Τα πορίσματα της έρευνας βρίσκονται στα αρχεία του Π.Ι.Σ.Ν.Δημητρίου και στα αρχεία του Κέντρου Νεότερης Κεραμικής.

Το Π.Ι.Σ.Ν. Δημητρίου είχε αναλάβει και ολοκλήρωσε το πρόγραμμα ΣΕΠΠΕ του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου «Μελέτη Τοπικού Περιβάλλοντος». Σκοπός του προγράμματος ήταν να αποκτήσουν οι μαθητές τις απαραίτητες γνώσεις και ικανότητες που εξασφαλίζουν την ενεργό ένταξή τους στο τοπικό και μέσω αυτού στο γενικότερο εθνικό περιβάλλον. Κρίθηκε ότι η γνώση του περιβάλλοντος του τόπου και της ιστορίας του, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο και αποτέλεσμα της βασικής εκπαίδευσης. Στόχος του προγράμματος ήταν η κάλυψη μιας βασικής ανάγκης των μαθητών οι οποίοι, τελειώνοντας τις σπουδές τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αγνοούν την ανθρωπογεωγραφία της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Κατά το σχολικό έτος 1999-2000, οι Ε’& Στ” τάξεις έξι δημοτικών σχολείων του νησιού, το 1ο πόλεως Σάμου, του Όρμου Καρλοβάσου, του Μαραθοκάμπου, του Πυθαγορείου, του Πύργου και των Μυτιληνιών Σάμου, συμμετείχαν στην υλοποίηση του προγράμματος, συντελεστές του οποίου ήταν οι: Βαγγέλης Δημητριάδης, Χρίστος Λάνδρος, Αριστείδης Βουγιούκας, Δημήτρης Θρασυβούλου και Λίτσα Ψαραύτη.

Αποτέλεσμα του προγράμματος αυτού ήταν η έκδοση βιβλίου με τίτλο «Σάμος, η πατρίδα μου»,  με χρηματοδότηση του Υπουργείου Αιγαίου. Στη συνέχεια επανεκδόθηκε με χρηματοδότηση από το Επιμελητήριο Σάμου σε δύο τεύχη και διανεμήθηκε δωρεάν και διδάχτηκε στην Ε´ και Στ τάξη όλων των δημοτικών σχολείων του νησιού κατά τα σχολικά έτη 2001-2003.

Σήμερα διατίθεται δωρεάν στις on line εκδόσεις του Π.Ι.Σ.Ν. Δημητρίου.

Στο πλαίσιο υλοποίησης της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας INTERREG ΙΙ 1994-1999 το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου» προχώρησε σε έρευνα για τον εντοπισμό και τη συλλογή στην Ελλάδα και το εξωτερικό απαραίτητων πληροφοριών (αρχειακό, μουσειακό και εκθεσιακό υλικό, μελέτες, δημοσιεύσεις, βιβλιογραφία, κ.τ.λ.) για τη σταδιακή και συστηματική τεκμηρίωση και καταγραφή της τοπικής ιστορίας της Σάμου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η ανάπτυξη μόνιμων θεσμών προβολής της τοπικής ιστορίας και του πολιτισμού της Σάμου μέσα από το σχεδιασμό εκδηλώσεων επιστημονικού αλλά και γενικότερου πολιτισμικού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό ολοκληρώθηκαν το 2000 οι ακόλουθες ενέργειες:

  • Παρουσίαση της έκθεσης με θέμα «Το νερό στα παραδοσιακά ενεργειακά συστήματα του Αιγαίου από τη Θράκη ως την Κύπρο» που οργανώθηκε από την 1η Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων, το Πανεπιστήμιο Κύπρου, την Καΐρειο Βιβλιοθήκη Άνδρου, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης Έβρου, το Κοινοτικό Διαμέρισμα Πύργου του Δήμου Πυθαγορείου και το Γυμνάσιο Πύργου Σάμου. Η έκθεση πλαισιώθηκε με ανοικτή συζήτηση με θέμα «Οι μύλοι της Σάμου».
  • Οργάνωση Επιστημονικής Συνάντησης με θέμα: «Ζητήματα τεκμηρίωσης της τοπικής ιστορίας της Σάμου» στην οποία συμμετείχαν μελετητές από εθνικούς και τοπικούς ερευνητικούς φορείς αλλά και πλήθος από εκπροσώπους των τοπικών πολιτισμικών και διοικητικών αρχών. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του και το ευρύτερο κοινό της Σάμου που συμμετείχε ενεργά στην ανοιχτή συζήτηση με την οποία ολοκληρώθηκε η επιστημονική συνάντηση.
  • Οργάνωση του 3ου Φεστιβάλ Μεσογειακού Ντοκιμαντέρ με τη συνεργασία του Σωματείου Ελλήνων Σκηνοθετών και Παραγωγών Κινηματογράφου και τη συμμετοχή περισσότερων από 100 Ελλήνων και ξένων σκηνοθετών από 10 και πλέον χώρες.
  • Ολοκλήρωση όλων των απαραίτητων προπαρασκευστικών εργασιών για την παρουσίαση μιας μόνιμης & κινητής έκθεσης ιστορικών τεκμηρίων με θέμα την τοπική ιστορία της Σάμου τον 19ο και 20ό αιώνα.
  • Παρουσίαση των αποτελεσμάτων ορισμένων ενοτήτων από το ιστοριογραφικό υλικό του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του multimedia σε σειρά επιστημονικών συναντήσεων και συνεδρίων τόσο στην Αθήνα όσο και στη Σάμο.

Παρουσίαση των αποτελεσμάτων ορισμένων ενοτήτων από το ιστοριογραφικό υλικό του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του multimedia στο επιστημονικό συνέδριο: «Η Σάμος κατά τον 20ό αιώνα».

Πραγματοποιήθηκε η αποτύπωση και η έρευνα του Ρωμαϊκού Υδραγωγείου της Σάμου. Πρόκειται για ένα έργο που καλύπτει έκταση 15,5 χιλιομέτρων περίπου, ξεκινάει από τις πηγές του Ίμβρασου ποταμού και φτάνει μέχρι το Πυθαγόρειο, από όπου διοχετευόταν το νερό στην αρχαία πόλη για την ύδρευσή της. Τα πορίσματα της έρευνας περιλαμβάνονται στην έκδοση «Το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο της Σάμου».

Από την πολυετή και πολυποίκιλη συνεργασία του Ιδρύματος με αρχαιολόγους, ενάλιους, βυζαντινολόγους και φορείς του νεότερου πολιτισμού, καλλιεργήθηκε αρχικά η ιδέα για την «κατασκευή έργων συντήρησης προβολής και αξιοποίησης αξιόλογων αρχαιολογικών χώρων της περιοχής Πυθαγορείου».

Στην περιοχή του Πυθαγορείου, βρίσκονται αξιόλογα μνημεία της αρχαιότητας –ο σύγχρονος οικισμός καλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής έκτασης της αρχαίας πόλης της Σάμου- και δεν είχε γίνει σχεδόν καμιά συλλογική προσπάθεια για εντοπισμό και προβολή όλων αυτών των χώρων στο ευρύτερο κοινό, ούτε και για τη δυνατότητα συντήρησης, ανάδειξης, εύκολης προσπέλασής τους και ότι άλλο είναι απαραίτητο, ώστε να αναδειχτούν και να γίνουν προσιτά και επισκέψιμα στο ευρύ κοινό.

Η ιδέα για την «ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΑΚΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΥ» ξεκίνησε μετά από τη δημοσίευση της εργασίας «Αρχαία Σάμος: Η περιοχή της Άνω Πόλης» της αρχαιολόγου Βασιλικής Γιαννούλη στον 3ο περιοδικό τόμο των Σαμιακών μελετών, όπου για πρώτη φορά αναφέρονται συγκεντρωμένα τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής.

Το 2004 το Ίδρυμά, καταθέτει την πρόταση στην ΚΑ΄ Εφορεία Κλασσικών – Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, στο Δήμο Πυθαγορείου και στη Νομαρχία Σάμου. Η πρόταση άρχισε να συζητείται και να ωριμάζει. Κοινή πεποίθηση όλων των συνεργαζόμενων φορέων ήταν ότι εξ αιτίας του πλήθους των αρχαιοτήτων της περιοχής, θα ήταν πολύ δύσκολη η ένταξη της πρότασης σε ένα ενιαίο πρόγραμμα. Για το λόγο αυτό, αποφασίστηκε η κατάτμησή του σε επιμέρους υποέργα.

Αδιαμφισβήτητα, η αναστύλωση του Ευπαλινείου Ορύγματος και ο περιβάλλον χώρος του ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Τον Απρίλιο του 2008 γίνεται κάλεσμα του Σαμιακού κοινού για την παρουσίαση πρότασης για την Δημιουργία Αρχαιολογικού πάρκου στην αρχαία πόλη της Σάμου και Ανάδειξη του Ευπαλινείου Ορύγματος, σε συνεργασία με την «ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ» και αμέσως μετά οργανώνεται η επίσκεψη από το Ίδρυμα με όλους τους πολιτικούς φορείς του τόπου στο ΥΠΠΟ και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, όπου ο υπουργός κ. Σουφλιάς, δίνει εντολή στην «ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ» να προβεί άμεσα στην εκπόνηση μελέτης για την αναστύλωση του Ευπαλινείου Ορύγματος. Η μελέτη υποβάλλεται, εγκρίνεται και το 2010 το τμήμα της μελέτης που περιλαμβάνει την αναστύλωση του Ευπαλινείου Ορύγματος εντάσσεται στο πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, αφήνοντας όμως έξω το δεύτερο τμήμα της ανάπλασης του περιβάλλοντος χώρου.

Η όλη αυτή προσπάθεια δίνει την έμπνευση στον ομότιμο καθηγητή Αρχιτεκτονικής, πρόεδρο της Εταιρείας Μελέτης Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας (Ε.Μ.Α.Ε.Τ.) και αντιπρόεδρο του Δ.Σ. του Ιδρύματος, Θεοδόση Π. Τάσιο, για τη δημιουργία μιας ταινίας με τίτλο «ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΥΔΡΕΥΟΥΝ ΤΗ ΣΑΜΟ». Την παραγωγή χρηματοδότησε η ΣΤΕΑΤ, ενώ το σενάριο, τα κείμενα, οι εικόνες, η αφήγηση και η διεύθυνση της ταινίας ανήκουν στον κ. Θεοδόση Π. Τάσιο.

Το 2009 το Ίδρυμα, με χρηματοδότηση του Επιμελητηρίου Σάμου, εκδίδει τεύχος με τίτλο: «Προταση Δημιουργίας Αρχαιολογικού Πάρκου στη Σάμο».

Το 2012 συνεχίζοντας την προσπάθεια για την ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων, το ίδρυμα έρχεται σε επικοινωνία με το Σωματείο «ΔΙΑΖΩΜΑ» -που αντικείμενό του είναι η προστασία των αρχαίων θεάτρων-, προκειμένου να ενταχθεί στα προγράμματα του η αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου της Σάμου. Για τον λόγο αυτό καλεί στη Σάμο τον πρόεδρο του σωματείου, κ. Σταύρο Μπένο, ο οποίος έρχεται στο νησί με τον Αρχαιολόγο καθηγητή κ. Πέτρο Θέμελη. Στους δυο επισκέπτες, γίνεται παρουσίαση της πρότασης για την «Ανάδειξη του Αρχαιολογικού πάρκου της Σάμου» και τελικά αποφασίζεται η υιοθέτηση της ιδέας συνολικά και όχι μόνο του Αρχαίου Θεάτρου. Για το λόγο αυτό ανοίγεται «κουμπαράς», προκειμένου να συγκεντρωθεί το ποσό που απαιτείται για τη μελέτη του Πάρκου.

Σε συνεδρίαση του Δ.Σ., ο γραμματέας του Ιδρύματος κ. Κώστας Σοφούλης, εισηγείται να ηγηθεί το Ίδρυμα μιας προσπάθειας, ώστε το Ευπαλίνειο Όρυγμα να χαρακτηριστεί τοπόσημο της Διεθνούς Ένωσης Σηραγγολόγων. Η πρόταση υιοθετείται από τον αντιπρόεδρο κ. Θ.Π.Τάσιο, ο οποίος συνεργάζεται για το σκοπό αυτό με την Ελληνική Επιτροπή Σηράγγων και Υπογείων Έργων (Ε.Ε.Σ.Υ.Ε.) και τον Σεπτέμβριο του 2014, οργανώνουν επίσκεψή στο Όρυγμα της Διεθνούς Ένωσης. Τον Μάιο του 2015, σε συνέδριο που οργανώθηκε στην Κροατία, ανακηρύχθηκε με Πιστοποιητικό αναγνώρισης το Ευπαλίνειο Όρυγμα ως «Παγκόσμιο Σηραγγολογικό Τοπόσημο» από την «ΙΤA»  INTERNATIONAL TUNNELLING AND UNDERGROUND SPACE ASSOCIATION

Φτάνοντας στο σήμερα γίνεται μια προσπάθεια δημιουργίας ντοκιμαντέρ, στο οποίο θα προβάλλονται στο σύνολο τους οι αρχαιολογικοί χώροι που εντάσσονται στην πρόταση δημιουργίας του Πάρκου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο ευρύ κοινό να γνωρίσει τον αρχαιολογικό πλούτο της περιοχής.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε, στις πολιτιστικές δραστηριότητες των χωριών της Σάμου, που προέρχονται από Δήμους, Κοινότητες και Πολιτιστικούς Συλλόγους, η δημιουργία Λαογραφικών Μουσείων (στην πραγματικότητα Λαογραφικών συλλογών). Τα αντικείμενα που συλλέγονται είναι λίγο – πολύ τα ίδια σε όλη την Σάμο (εργαλεία, φορεσιές, εργόχειρα κτλ). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο επισκέπτης να βλέπει τα ίδια περίπου αντικείμενα σε όλες αυτές τις συλλογές.

Το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου», κάνει μια διαφορετική πρόταση. Να στραφεί το ενδιαφέρον όλων αυτών των φορέων, αν είναι δυνατόν, στη δημιουργία μικρών Μουσείων Ιστορίας που να αφορούν αποκλειστικά το εκάστοτε χωριό ή την ευρύτερη περιοχή του.

Σαν υποδειγματική και πιλοτική οργάνωση Ιστορικού Μουσείου, το Ίδρυμα μας ανάλαβε, εξ ιδίων πόρων, το στήσιμο ενός ιστορικού μουσείου, στο χώρο του παλιού σχολείου στο χωριό των Μαυρατζαίων, μια που ήταν και η γενέτειρα του ανθρώπου που το Πνευματικό Ίδρυμα φέρει το όνομα του, του λαογράφου Νικολάου Δημητρίου.

Εκτέθηκαν παλιά ιστορικά έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια εκκλησιών, ξωκλησιών, του σχολείου, άλλων δημόσιων ιστορικών κτιρίων, εργαστηρίων, λιοτριβιών, κ.ά. Τοποθετήθηκαν και αντικείμενα που θα είχαν θέση σε Λαογραφικό Μουσείο, και αναφέρονται σε κάποια πρόσωπα γνωστά ή σε κάποια γεγονότα που συνέβησαν στο χωριό.

Όραμα και βασική επιδίωξη της ιδέας για την δημιουργία των Ιστορικών Μουσείων στα χωριά είναι να καταστούν οι χώροι αυτοί δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, και έτσι οι νεότερες  γενιές να έρθουν πιο κοντά στα χωριά τους και να γνωρίσουν την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Η Σάμος ήταν ένα σημαντικό ναυτικό και ναυπηγικό κέντρο του Αιγαίου κατά την αρχαϊκή εποχή και έφτασε στο απόγειο της ευημερίας της την εποχή του τυράννου Πολυκράτη (538-522 π.Χ.). Η ναυτική υπεροχή του νησιού συνδέεται με έναν τύπο σκάφους που αναφέρεται με το όνομα «Σάμαινα». Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς το σκαρί της Σάμαινας ήταν διήρης, πιθανώς πεντηκόντορος και είχε ορισμένες ιδιαιτερότητες που το έκαναν να ξεχωρίζει από τα άλλα είδη πλοίων. Είναι ίσως το μοναδικό νησί που απ’ το όνομά του προσδιορίστηκε ένας ιδιαίτερος τύπους διήρους Λίγα είναι τα πλοία με ονομασία προέλευσης. Η Σαμία ναύς ή Σάμαινα, χρησιμοποιήθηκε τόσο ως εμπορικό πλοίο όσο και ως ταχύπλοο κωπήλατο σε περιόδους πολέμων.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας για τη δημιουργία ενός νέου μουσείου για τις ναυτικές και ναυπηγικές τέχνες στο Αιγαίο ο Δήμος Πυθαγορείου με τη συνεργασία και τη βοήθεια του Π.Ι.Σ.Ν. Δημητρίου, δημιούργησε το πρόγραμμα «Ανάδειξη του αρχαίου πλοίου Σάμαινα». Το πρόγραμμα εντάχθηκε INTERREG III A Ελλάδα – Κύπρος από τον Δήμο Πυθαγορείου και το Π.Ι.Σ.Ν. Δημητρίου ανέλαβε την υλοποίησή του.

Στο πλαίσιο του έργου «Πολιτιστικές Διαδρομές στο Βόρειο Αιγαίο» της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και του πολυθεματικού Θεσμού «Πέλαγος Πολιτισμού», το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου» ανέλαβε την υλοποίηση ενός προγράμματος με θέμα: «το Σαμιώτικο πεύκο και η παραδοσιακή υλοτομία της Σάμου».

Δόθηκε η δυνατότητα στο Ίδρυμα μέσω αυτού του προγράμματος να υλοποιήσει έναν από τους στόχους που είχε βάλει εδώ και αρκετά χρόνια. Την ουσιαστική έρευνα για τα προϊόντα της αγροτικής οικονομίας που στήριξαν την οικονομία του νησιού από τον εποικισμό του και μετά. Η ένταξή στο πρόγραμμα, μας έδωσε τη δυνατότητα να αφήσουμε παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές ένα κομμάτι του τρόπου ζωής των προγόνων τους.

Τα αποτελέσματα των ερευνητικών εργασιών παρουσιάζονται στην έκδοση «το Σαμιώτικο πεύκο και η παραδοσιακή υλοτομία της Σάμου.

Το 1991 στο πλαίσιο ενός προγράμματος καταγραφής αξιόλογων παραδοσιακών σκαφών από το Ελληνικό Ινστιτούτο Προστασίας Ναυτικής Παράδοσης είχε εντοπιστεί και καταγραφεί ένας βαρκαλάς με ιστιοφορία σακολέβας, το “Καλή Τύχη”, που ήταν σκαρωμένο το 1939 στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1998 αυτό το σκάφος επισημαίνεται μισοβυθισμένο στη Μαρίνα Ζέας και το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου “Νικόλαος Δημητρίου” προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την διασωση του και το 1999 το μεταφέρει στη Σάμο. Προχωρά σε μελέτη αποκατάστασης, το συντηρεί, και συμβάλλει να κηρυχθεί διατηρητέο από το Υπ. Πολιτισμού.

Στη συνέχεια προχώρησε σε μια έρευνα για τα εναπομείναντα σκαριά στο Αιγαίο, που ναυπηγήθηκαν στη Σάμο. Από τα συμπεράσματα της έρευνας προέκυψε ότι τα περισσότερα που είχαν διασωθεί κατασκευάστηκαν στο νησί μας.

Έτσι καλλιεργείται η ιδέα για τη δημιουργία ενός Κέντρου Ναυτικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, πρόταση που υποβλήθηκε το 1999 στο Νομαρχιακό Συμβούλιο και στο Δήμο Πυθαγορείου. Από τότε ξεκινάει η προσπάθεια για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στο Ηραίον, που ολοκληρώνεται το 2005 και δημοσιεύεται στα υπ’ αριθμ.143 Δ και 954 Δ Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβέρνησης.

Το Νοέμβριο του 2000 υποβάλλεται άκαρπη πρόταση από το Ίδρυμα προς ένταξη στο πρόγραμμα INTEREG IIIA.

Το 2002, εξεδήλωσε ενδιαφέρον συμμετοχής και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Μαθηματική Σχολή), ώστε να δημιουργηθεί ο κατάλληλος χώρος για έρευνα τόσο προπτυχιακών όσο και μεταπτυχιακών φοιτητών.

Την ίδια χρονιά κατατέθηκε τεχνικό δελτίο στην περιφέρεια Βορείου Αιγαίου σε συνεργασία με το Δήμο Πυθαγορείου. Την προμελέτη του κτιριολογικού μέρους εκπόνησαν και συνέταξαν αφιλοκερδώς, οι Αρχιτέκτονες κ. Γιώργος Κορφιάτης και Κώστας Δαμιανίδης, ως μηχανικός ο Τηλαύγης Δημητρίου και ως μηχανολόγος ο Νάσος Σούτος.

Το 2003 το τεχνικό δελτίο αναμορφώνεται και συμπληρώνεται και υποβάλλεται ως πρόταση στο 3ο ΚΠΣ/ΠΕΠ Β. ΑΙΓΑΙΟΥ Μέτρο 1.2 ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.

Το έργο με την προμελέτη δεν κρίθηκε ώριμο και τον Ιούλιο του 2003, εντάχθηκε στον προϋπολογισμό των έργων της Νομαρχίας Σάμου από την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου η μελέτη του Μουσείου πλέον Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών του Αιγαίου.

Το 2006 προκηρύσσεται και ανατίθεται η εκπόνηση της από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σάμου.

Το 2008 παραχωρείται το οικόπεδο από το Δήμο Πυθαγορείου για την κατασκευή .

Το 2009 εκδίδεται η οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία Σάμου.

το 2010 Ολοκληρώνεται η έγκριση τευχών δημοπράτησης από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σάμου

το 2011 εκπονείται από το Δήμο Σάμου η μουσειογραφική μελέτη και Εγκρίνεται από το Συμβούλιο Μουσείων

Και το 2012 εντάσσεται το όλο έργο από το Δήμο Σάμου στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί από το Δήμο Σάμου τέλος του 2016.

Παλαιά φωτογραφική αποτύπωση (1980-1983) σπιτιών της Σάμου με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, που βρίσκεται στα αρχεία του Ιδρύματός, μας παρότρυνε να προβούμε στην φωτογραφική καταγραφή του δομημένου περιβάλλοντος της Σάμου.

Η αλματώδης οικοδομική ανάπτυξη που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και συνεχίστηκε με ταχείς ρυθμούς μέχρι και το 2010, άρχισε να αλλοιώνει το χαρακτήρα και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του νησιού, που συνέχιζαν -και σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν- να υφίστανται.

Σκέψη μας λοιπόν, η φωτογραφική αποτύπωση του δομημένου περιβάλλοντος της Σάμου σε οικοδομήματα πριν το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, ώστε να διασωθούν έστω φωτογραφικά.

Μέχρι σήμερα έχει συγκεντρωθεί μεγάλος όγκος μοναδικού αρχειακού υλικού από φωτογραφήσεις που έχουν γίνει σε 34 από τα 35 χωριά του νησιού. Παράλληλα έχει γίνει η σήμανση των οικοδομημάτων που φωτογραφήθηκαν σε αεροφωτογραφίες ή στον χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού 1:5000 ή της Στατιστικής Υπηρεσίας, όπου υφίσταντο.

Η φωτογραφική καταγραφή παρουσιάζει τις παραδοσιακές κατοικίες του νησιού, τους δρόμους, τις βρύσες, τα πλυσταριά κ.ά. Μέσα από την φωτογραφική αποτύπωση διαφαίνονται οι διαφοροποιήσεις που παρουσιάζουν οι τρόποι δόμησης από χωριό σε χωριό, γεγονός το οποίο εξηγείται ιστορικά. Η Σάμος ερημώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως για περίπου εκατό χρόνια. Το 1572 όμως, η Υψηλή Πύλη θέτει το νησί υπό την προστασία του Τούρκου ναυάρχου Κιλίτζ Αλή Πασά, ο οποίος παίρνει την άδεια του Σουλτάνου να εποικίσει το νησί και με φιρμάνι εξασφαλίζει ιδιαίτερα προνόμια για τους χριστιανούς. Έτσι η Σάμος επανακατοικείται από Έλληνες ολόκληρου του Ελλαδικού χώρου. Οι νέοι κάτοικοι φέρνουν μαζί τους όχι μόνο τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους (που μέχρι σήμερα υπάρχουν διαφοροποιήσεις από χωριό σε χωριό) αλλά και τις γνώσεις τους, τις ασχολίες τους, τοπωνύμια από τον χώρο προέλευσής τους, και φυσικά την αρχιτεκτονική τους. Στα χωριά αυτά λοιπόν εντοπίζονται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται και στους τρόπους δόμησης του κάθε χωριού.